Πράγα

Πράγα
η г. Прага

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "Πράγα" в других словарях:

  • Πράγα — (Praha). Πρωτεύουσα της Τσεχίας και επαρχία και η ίδια (Hlavni mesto Praha, 496 τ. χλμ.). Η Π., που βρίσκεται σε θαυμάσια θέση στις όχθες του Μολδάβα (Βλτάβα), παραποτάμου του Έλβα, στην καρδιά της Βοημίας, στη συμβολή ενός πυκνού οδικού,… …   Dictionary of Greek

  • Κοσμάς ο εκ Πράγας — (Πράγα 1046 – 1125). Τσέχος χρονογράφος. Διετέλεσε γραμματέας του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ’ και πρωθιερέας του καθεδρικού ναού της Πράγας, ιδιότητα με την οποία συνόδευσε πολλούς επισκόπους σε ταξίδια τους στη Γερμανία και στην Ιταλία. Του… …   Dictionary of Greek

  • Τσεχία — Συνορεύει στα βόρεια με τη Γερμανία και την Πολωνία, στα νότια με τη Αυστρία και στα νοτιοανατολικά με τη Σλοβακία.Όταν διασπάστηκε η Τσεχοσλοβακία, στη Δημοκρατία της Τσεχίας παρέμειναν το ιστορικό βασίλειο της Βοημίας, η Μοραβία και τμήμα της… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Ντβόρζακ, Αντονίν — (Antonin Dvorak, Νεχαλόζεβες, Πράγα 1841 – Πράγα 1904). Βοημός συνθέτης. Από φτωχούς γονείς –ο πατέρας του ήταν ο χασάπης του χωριού– ο Ν. από μικρό παιδί έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική ακούγοντας και συχνά ακολουθώντας στα μικρά τους ταξίδια… …   Dictionary of Greek

  • Ντίντσενχοφερ — (Dientzenhofer). Επώνυμο οικογένειας Βαυαρών αρχιτεκτόνων, που εργάστηκαν στη Βοημία και στη Φραγκονία από τα μέσα του 17oυ έως τα μέσα του 18ου αι. Μαζί με τους Aσάμ από το Μόναχο, οι Ν. ήταν οι κυριότεροι αρχιτέκτονες της πλούσιας και γόνιμης… …   Dictionary of Greek

  • Γίρασεκ, Αλόις — (Alois Jirasek, Χρόνοφ 1851 – Πράγα 1930). Τσέχος συγγραφέας. Προερχόμενος από αγροτική οικογένεια, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Κράλοβε και στην Πράγα· έζησε έπειτα στο Διτόμισλ (όπου δίδαξε σε λύκειο) και στην Πράγα. Ο Γ. θεωρείται ο… …   Dictionary of Greek

  • Πάρλερ, Πετρ — (Parler, Σβέμπις Γκμιντ, περ. 1330 – Πράγα 1399). Γερμανός αρχιτέκτονας και γλύπτης. Είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος μιας οικογένειας αρχιτεκτόνων και γλυπτών, που εργάστηκε στο δεύτερο μισό του 14ου αι. στη Γερμανία, στη Βοημία, στη Γαλλία,… …   Dictionary of Greek

  • Σμέτανο, Μπέντριχ — (Smetana). Τσεχοσλοβάκος συνθέτης (Λιτομίσλ 1824 Πράγα 1884). Αυτοδίδακτος, συμπλήρωσε τις μουσικές σπουδές του στην Πράγα. Λίγο πάνω από είκοσι ετών προσχώρησε στα νέα μουσικά ρεύματα και ακολούθησε το κλίμα που είχαν δημιουργήσει ο Μπερλιόζ και …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Άαχεν, Χανς φον- — (Hans von Aachen ή Achen,Κολωνία 1552 – Πράγα 1616). Γερμανός ζωγράφος. Σπούδασε στη Φλωρεντία και τη Ρώμη. Ακολούθησε το ρεύμα του μανιερισμού. Από το 1590 ζωγράφιζε για τον αυτοκράτορα στο Μόναχο. Ακολουθώντας τον Ροδόλφο B’, εγκαταστάθηκε από… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»